Poems & Songs

Ο ΚΑΘ’ ΟΔΟΝ ΑΔΩΝ preview

Ο ΚΑΘ’ ΟΔΟΝ ΑΔΩΝ

Ο δρόμος ανέβαινε ψηλά στο βουνό κι ύστερα με τις ίδιες αλλά αντίθετες πλέον στροφές κατέβαινε κι έφτανε μέχρι τη θάλασσα. Δεξιά κι αριστερά εμετακινούντο, μετατοπίζοντας αργά το κέντρο βάρους του σώματός των βόσκοντα ζώα, ενώ πάνω σ’ αυτόν εκινούντο μετρώντας το χρόνο, πεζή ή μέσα στα τελευταίας τεχνολογίας βενζινοκίνητα αμαξίδιά των, οι άνθρωποι.
Είχαν δε τινές εξ αυτών νουν, ψυχήν κι αισθήματα, αδιόρατα δια γυμνού και μη εκπαιδευμένου οφθαλμού. Και είχαν μια τάση διαφυγής τα αισθήματα, ο νους και η ψυχή, προς άλλους κόσμους και ανθρώπους συχνά και κατά περιόδους, καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής του περιβλήματός των. Η μετατόπιση αυτή και η διαφυγή ως πράξη ήτο αυθαίρετος, διευκολύνετο εκ του ανέμου κι εξιστορείτο μόνον από τις ίδιες τις μεταφερόμενες προαναφερθείσες υποστάσεις, ήτοι νουν, ψυχήν κι αισθήματα, οι οποίες καθόριζαν και την δομήν, οπότε οριζόταν στο τοπίο τέχνη.
Θάλασσα και βουνό έμπαιναν από το ανοιχτό παράθυρο, δρόσιζαν τις ψυχές μας και τις ζωγράφιζαν στο ρυθμό της ζωής και της ανάσας του κόσμου. Σύννεφα ταξίδευε αργά ο ουρανός. Μια μικρή στρογγυλή και βαθειά τρύπα χαμήλωνε σιγά σιγά μέσα του και φώτιζε ζώα, πουλιά και ψαριά. Το καλοκαίρι είχε πάρει το πιο λαμπρό του χρώμα κι εμείς στο νου μας μέσα πλέκαμε τραγούδια. Γιατί έτσι έπρεπε να ζει ο άνθρωπος και γι’ αυτό ήταν πλασμένος. Ήταν δε αυτό εργασία, απασχόληση, φυσική χαρά και υγεία.
Ήμουν κι εγώ διερχόμενος στον πίνακα ζωγραφικής και μέσα στην εικόνα. Έφιππος με μακριά μαλλιά που ανέμιζαν σε κάθε εκφορά του λόγου και όπου η σελιδοποίηση το απαιτούσε. Σαν από περιπέτεια ήμουν κοσμική του σινεμά γουέστερν και σαν από ζωφόρο τμήμα ανάγλυφο αποσπασθέν. Κι ο Πήγασος σαν Πήγασος ήταν και είχε ομοιότητες με τις περιγραφές του μύθου και της ιστορίας, όσες και βασικές διαφορές.
Ο ΠΗΓΑΣΟΣ

Όπως φυσάει στην άκρη του γιαλού
τα κυματάκια όπως έρχονται και πάνε
έτσι κι εμένα οι έρωτες μου με γελούν
όπως γελούνε άλλωστε και τον καθένα.

Τι είχαμε τι χάσαμε στον κόσμο αυτό
ό, τι ανταλλάσσεται έχει μηδέν αξία
μήπως κανέναν έρωτα μοναδικό
καμιάν αγάπη δυνατή σαν την αρκούδα.

Και θα καλπάζουμε μαζί πλάι στο κύμα
εγώ τον Πήγασο θα έχω και συ το Ζάχο
θα γράφουμε παντού και πάντα το ίδιο ποίημα
όπως και το Λευκό Φτερό απ’ το Αϊντάχο.

Και θα πορεύομαι πάντα σ’ ένα τοπίο
άγνωστο μα ταυτόχρονα οικείο
στα ξαποστάματα θα πίνω έναν καφέ
κι ένα τοστάκι ανάμεικτο θα τρώω απ’ το κυλικείο.

Θα ζήσω έτσι μιαν ελεύθερη ζωή
με ορειβασία, καταδύσεις και τροχάδην
που οδηγεί με ακρίβεια μαθηματική
σε ένα μετάλλιο ανδρείας για το άδειν.

Οι λέξεις στη σειρά, η μια κάτω από την άλλη, η στίξη, τα κενά, βουνά, πέφτουν στο χάρτη της Ελλάδος. Τρυπούν το αδιάβροχο χαρτί και φύονται στην εσωτερικήν του πλέξη. Ανθοφορούν, καρποφορούν και σπαν. Κι εγώ μες στο δωμάτιο και μέσα στην ιχνογραφία, χαράσσω και εξιστορώ μια διαδρομή ελαχίστη, ως εις εκ των πολλών κι όμοιων μου επανεμπνευστών του κόσμου τούτου και των συμπληρωματικών του σχημάτων.
ΛΙΓΟ ΝΕΡΟ

Δε θέλω τίποτα να πω ούτε ν’ ακούσω
ούτε να φάω, ούτε τίποτα να δω.
Λίγο νερό θέλω να πιω και να ησυχάσω
και λίγο αργότερα να αποκοιμηθώ.

Κι όταν ξυπνήσω κι η κουβέντα σας θα τρέχει
κι ίσως πολύ να έχει απομακρυνθεί
μ’ ένα χαμόγελο γλυκό θα σας προφτάσω
και με την άποψη μου θα σας διασκεδάσω.

Στο άδειο εμβαδόν του τετραγώνου περιέχομαι κι ακροβατώ μια στο κενό και μια εδώ. Αγγίζω με τα χρώματα εδώ κι εκεί στο χάρτη κι αφήνω το πολύ λευκό όπως κοιτώ τον ουρανό.
ΘΑ ΦΥΣΑΕΙ ΑΓΕΡΑΣ

Θα φυσάει αγέρας και θα παίρνει τα λίγα
που αντιστέκονται ακόμα
στην καρδιά του Χειμώνα
στα κλαράκια των δέντρων φύλλα.

Σε βιβλίο με λέξεις
με γραμμές και με σχήματα
θα είμαι άδεια σελίδα
καθαρή δίχως ποιήματα.

Και κανένας απ’ όλους
της γενιάς μου τους λίγους
ποιητές και ζωγράφους
που ανταλλάξαμε στίχους

δε θα βλέπει πως μέσα
εκεί έχω πέσει κι εχάθην
στης λευκής της σελίδος
τα απροσπέλαστα βάθη.

Κείμενο επί δάσους, πλησίον ποταμών και έως το ύψος των αγρίων χόρτων και των λουλουδιών, ανάμεσα στις πέτρες, εκεί στο πεδίο μαχών των εντόμων, επιτραπέζιο παιχνίδι δωματίου, λευκό χαρτί, γραμμές και σχήματα μικρά, δένδρα ψηλά, του ηλίου τις ακτίνες σκορπούν.
ΟΙ ΠΕΣΤΡΟΦΕΣ

Κάτι μέσα μου ζει, ψιθυρίζει.
Ζήσε κι άσε τους άλλους να γράφουνε
στίχους, ποιήματα και διηγήματα
για να ξεπερνούν τα διλήμματα.

Από δω φεύγεις μόνο πετώντας.
Ο παράδεισος τώρα αρχίζει.
Πέτα, κανείς δε σ’ εμποδίζει.
Ζήσε πια στην αφάνεια.

Αγκαλιά κάτω απ’ το δέντρο
στο ποτάμι οι πέστροφες
τα ποιήματα όλα του κόσμου
και οι ζωγραφιές.
ΤΟ ΜΥΡΜΗΓΚΑΚΙ

Θέλω να είσαι πάντα κοντά μου
θέλω να μ’ αγαπάς
να είμαι λουλουδάκι
και συ πεταλούδα γύρω να πετάς.

Θέλω να είμαι ένα ψιχουλάκι
σπόρος, φιστίκι
και να είσαι μυρμηγκάκι
να με κουβαλάς.

Στους αγρούς να είσαι ένα στάρι
σαλιγκάρι στο χορτάρι
και να είμαι εκεί πάνω
κόκκινο φωτάκι σε αεροπλάνο.

Θέλω να είμαι ένα χιόνι
μια βροχή, ένα πεπόνι
και να είσαι αστεράκι
ένα τόσο δα μικρό ψαράκι.

Θέλω να είμαι μια οπλή αλόγου
σ’ ένα θέατρο παραλόγου
και να είσαι μια κεραία
τηλεοράσεως κουρέα.

Θέλω να είσαι μια τελεία
σε μια ατέλειωτη ιστορία
και να είμαι παλικάρι
όλο δύναμη και χάρη.
Ο ΕΛΕΦΑΣ

Φύγαμε και κλείσαμε την πόρτα
πήγαμε στο δάσος μια βόλτα
κι ενώ μαζεύαμε φρούτα και χόρτα
ακούσαμε έναν ήχο
σαν από ελικόπτερα, σαν από αεροπλάνα
φωνές χαράς, όμως σα να ήταν κλάμα.

Τρέξαμε να δούμε να πληροφορηθούμε
αν ήτανε χαρά και μείς να τη χαρούμε
μα για κακή μας έκπληξη δεν ήτανε χαρά
και είδαμε ανάμεσα από δέντρα σιωπηλά
όλα τα είδη ζώων και πολύχρωμα πουλιά
σε μιαν ανεπανάληπτη απογείωση και πτήση
αποχαιρετούσαν τη φύση.

Όλα τα ζώα πηγαίνουν στον παράδεισο
και πρώτος απ’ όλα ο ελέφας
ανεβαίνει ψηλά
σαν ένα μπαλόνι
και χάνεται.
Ως ζώο, μικρό, θηλαστικό, που είχε ενταχθεί στην πτήση της εικόνος, με νουν, ψυχή κι αισθήματα επί κοντώ, θα υπερπηδήσω τα ανυπόστατα σλόγκαν του εμπορίου κι από ψηλά θα παρακολουθώ τους άνδρες που συνέδεε φιλία μεταξύ των, καθώς και την ερωτικήν σχέσιν αυτών με τις γυναίκες. Η σχέσις αυτή με τις γυναίκες, τους άνδρες απεμάκρυνε συχνά απ’ τους ευγενικούς στόχους των και σκοπούς των. Αυτοί, όταν το καταλάβαιναν αυτό, περίλυποι για το χαμένο χρόνο,
μ’ ένα τσιγάρο περπατούσαν λίγο κι ανέβαιναν μετά στο κτελ, στο φορτηγό, στο γιώτα χι αυτοκίνητό των, γυρνούσαν τη μίζα, τη μηχανή αφουγκράζονταν, έβαζαν πρώτη, δευτέρα, τρίτη, ούτω καθ’ εξής και ύστερα έξω από το τοπίο χάνονταν. Απέμενε δε μόνο του το τοπίο και μόνο του πια ζωγραφιζόταν. Όταν δεν έφευγαν, παρέμεναν πολλές φορές για πάντα. Εσκίαζαν με την παρουσία των το τοπίο και οι ζωγράφοι τότε εζωγράφιζαν θέμα ανθρωποκεντρικόν με τίτλο ερωτικόν ένα, δύο, τρία, τέσσερα και λοιπά. Τα ίδια χρώματα, σχήματα και γραμμές στα χέρια των κρατούσαν με εκείνα του τοπίου και πίνακες ζωγραφικής ζωγράφιζαν αντάξιούς του. Το τοπίον όμως παρέμενεν εκεί, ελάχιστα μεταλλασσόταν με την πάροδο των χρόνων, είτε το ζωγράφιζαν είτε όχι. Ήταν μεγάλο δυνατό και όλα κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα τα ξεπερνούσε. Διότι ελειτουργούσε ερήμην των ανθρωπίνων παθών και είχε πάνω απ’ όλα το δικό του χρόνο.
ΟΔΙΚΩΣ

Να ταξιδεύεις στην Ελλάδα μαζί μου
τα μέρη τα ξέρω καλά.
Με ήλιο τη μέρα και φώτα τη νύχτα
και Μισελέν ελαστικά.

Βροχή το Χειμώνα και κρύο
την Άνοιξη άνθη πολλά.
Καλύτερα να είμαστε δύο
πίσω από τα φορτηγά.

Μακρύς ο δρόμος κι η Ελλάδα μικρή
γεμάτη ξακουστές πολιτείες.
Εκτελούνται επί του οδοστρώματος έργα
στις στροφές και στις ευθείες.

Κι όταν βασιλεύει ο ήλιος στις βουνοκορφές
και θα φτάνουμε σε πόλεις επαρχιακές.
Χάρισμα σου οι μεγάλες φωτεινές επιγραφές
χάρισμα σου κι οι μικρές.

Να λερώνεις με τα παπουτσάκια σου το ταμπλό
ό, τι θέλεις να λερώνεις.
Να γινόμαστε τελεία στο τέλος του δρόμου
κι έτσι μαζί να χανόμαστε.

Η ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΙΣ

Σε ένα ημιφορτηγό
θ’ ανεβώ να πάω βόλτα
και παράλληλα και ταυτόχρονα
θα κάνω μια μετακόμιση.

Θα φορτώσω όλα μου τα πράγματα
πάνω στο ημιφορτηγό
σι ντι, δίσκους βινυλίου
και το στερεοφωνικό.

Ρουχαλάκια, παπουτσάκια
μπιμπελό και παιχνιδάκια
μολυβάκια και μπογίτσες
και κυβάκια ακουαρελίτσες.

Σχεδιάκια σε χαρτάκια
ζωγραφιές σε τελαράκια
άλλα ρεαλιστικα
κι άλλα αφαιρετικά.

Κατασκευές και γλυπτά
κι άλλα εννοιολογικά
περιοδικά, βιβλία
και ζωάκια πλαστικά.

Σλάιτς και φωτογραφίες
σ’ αλμπουμάκια και κουτιά
με πουλιά, άνθη και ζώα
κτίρια και έντομα.

Με τοπία και βουνά
και αγαπημένα πρόσωπα.
Κατέβηκα από το ημιφορτηγό, το φορτηγό, το πούλμαν, το λεωφορείο, το δημοσίας χρήσεως φορείο, το ταξί, το γιώτα χι, το σκέιτμπορντ, το ποδηλατάκι, το τρένο, το πλοίο, το καταμαράν. Έκοψα με το πόδι τη διαδρομή, ως γνήσιος απόγονος των φιλοσόφων περιπατητών, των Μαυροπόδαρων Κομάντσι, Σιου και άλλων Ινδιάνων καθώς και του Μπρους Λη, Ταρζάν, Μπλέκ, Μόγλη, Γκοτζίλα και Κινγκ Κονγκ, του Θεοφίλου, Χουκουσάι και Βαν Γκονγκ.
Διερχόμενος ήμουν, με γραμμώσεις και αναλογίας που άγγιζαν το κάλλος των αρχαίων γλυπτών, όταν παρίσταναν εφήβους μετρίου αναστήματος έως ένα το πολύ και εβδομήντα τρία. Διά του λόγου το αληθές υπάρχει έγχρωμη φωτογραφία, μη επεξεργασμένη ψηφιακά, από το χίλια εννιακόσια ογδόντα τρία. Κοντός, αδύνατος, ευθυτενής, γυμνός, εχέμυθος, διακριτικός, με έντονη την αίσθηση του χιούμορ, συχνά ερωτευόμουν τις γυναίκες. Και σα να μη μας έφτανε όλο αυτό τις αγαπούσα κιόλας από πάνω. Μέσα σε όλον αυτόν τον παραλογισμό, έγραφα τα τραγούδια. Τα απήγγειλα δημόσια είτε τα τραγουδούσα, ενάντια σε μίαν αναίτια συστολή που είχα από μικρός και ήθελα να καταπολεμήσω.

ΜΟΝΑΔΑ ΜΕΤΡΗΣΕΩΣ

Έψαχνε η ανθρωπότης να βρει
μονάδα μετρήσεως της αγάπης
όμως δεν έβρισκε
γιατί ήταν υπνοβάτης.

Και σαν υπνοβάτης αυτή
ήτο πολύ κουρασμένη
κι όλη τη μέρα κοιμόταν
μες στα εργαστήρια της.

Όμως εγώ που ήμουν ξύπνιος
και οδηγούσα Ρενώ
εδώ κι εκεί ταξίδεψα
κι ερεύνησα και βρήκα πως
η αγάπη μετριέται σε τραγούδια.

Όπως η ένταση του ρεύματος σε αμπέρ
κι η έκλυση της ραδιενέργειας σε μπεκερέλ
όπως το βάρος των σωμάτων σε κιλά
κι οι αποστάσεις οι μεγάλες σε χιλιόμετρα.

Και σου μιλώ με λόγια απλά, ομοιοκαταληκτικά
γιατί η αγάπη μετριέται σε τραγούδια
και ένα τραγουδάκι μόνο αρκεί, πολλά να πει
και να μετρήσει την αγάπη μου για σένα.
ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΑΚΙ

Με το γαλάζιο σου ποδηλατάκι
και μ’ ένα πρόσθετο
επάνω φουρφουράκι
κάνεις βόλτες στην παραλία

ανάμεσα σε αγάλματα
ανθρώπους και πλοία
είσαι αυτόφωτη με δυναμό εικόνα
προς το τέλος του εικοστού αιώνα.

Και το γαλάζιο σου ποδηλατάκι
προνόησε κι έχει ένα καλαθάκι
να βάζεις μέσα το ζακετάκι σου
να το φοράς όταν κάνει ψύχρα.

Με το γαλάζιο σου ποδηλατάκι
και το ζωγραφιστό σου κουδουνάκι
κάνεις ντριν ντριν, κάνεις ντριν ντριν
έχεις και φουρφουράκι.

Υπήρχαν τα χρόνια εκείνα και ζώα στον πλανήτη γη και στο τοπίο. Έκπληκτα και φοβισμένα εξ ημών, περιφέρονταν ανάμεσά μας. Εις μάτην διεκδικούσαν λίγο νερό, λίγη τροφή κι ένα μικρό κομμάτι γης να περπατήσουν. Σύμφωνα με την επίσημη θρησκεία του κράτους εκείνη την εποχή, τα ζώα δεν είχαν ψυχή.
ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Δυο ματάκια ροζ
και μια πένθιμη σιγή
άλλο πια δεν τρως
τη σκυλίσια σου τροφή.

Λύνεσαι πια δεν πιάνεσαι
φεύγεις και χάνεσαι
σε έναν κόσμο νεκρών
άσπρων σκυλιών.

Με δίχως ταυτότητα
και χωρίς κυριότητα
στον κόσμο των νεκρών
άσπρων σκυλιών

θα είσαι σίγουρα
κάποια που μετράει
γιατί ήσουν όμορφη
και πολυταξιδεμένη.
Όλοι μου οι φίλοι κι όλοι μου οι σκύλοι, μια έγχρωμη σελίδα σε μια εφημερίδα.
ΜΟΥΓΚΟΙ

Ένας ξένος κι ένας φίλος
κι ένας ασημένιος σκύλος
περιμένουν στη γωνιά
και μας κάνουν φίφου φίφου.

Μα εμείς δεν τους ακούμε
φίφου φίφου προχωρούμε
έχουμε πολλά να πούμε
γιατί είμαστε μουγκοί.
Αργότερα θα άλλαζαν τα πράγματα και θα γίνονταν χειρότερα. Οι λέξεις λίγο λίγο θα αντικαθίσταντο με αριθμούς κι έτσι η ποίησις θα εξαλειφόταν. Ήτο δε η ποίησις και κάθε τέχνη, όπως και η ζωγραφική, μια μέθοδος και ένας τρόπος να συγκρατείται στην ανθρώπινη ζωή η ψυχή, όπως το δέντρο συγκρατεί στα φύλλα το νερό από τη βροχή κι όπως το καταπίνει από τη ρίζα κι όπως μέσω κορμού το ανεβάζει στα κλαδιά, στα φύλλα και στα άνθη.

ΧΡΩΜΑΤΟΣ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ

Αστικά λεωφορεία
παντός είδους γιώτα χι
φορτηγά και μηχανάκια
καροτσάκια και ταξί.

Οι μαθήτριες παρελαύνουν
κάθε εθνική γιορτή
σαν τις λέξεις
στο χαρτί.

Στη μικρή φωτογραφία
είσαι όμορφη πολύ
κι η αγάπη μου για σένα
είναι ακόμα πιο μικρή.

Να μπορεί να εισχωρεί
στου σκαντζόχοιρου τα αγκάθια
όταν έχουμε βροχή
χρώματος πορτοκαλί.

Αστικά λεωφορεία,
καροτσάκια και ταξί.
Η αγάπη μου για σένα
σαν τις λέξεις στο χαρτί.

Αστικά λεωφορεία
χρώματος πορτοκαλί.
Αυτά κι άλλα πολλά συνέβαιναν, σε παρελθόντα χρόνο, μέλλοντα και πάντα. Ήμουν κι εγώ εκεί, ως διερχόμενος και συλλογιζόμουνα πάραυτα και ταύτα.
ΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ

Να πάμε σ’ ένα υπόγειο να πιώ
να πιω πολύ και να στανιάρω, γιατί
έτσι χάνομαι, μπερδεύομαι, παραπατώ
τη σκέψη μου για σένα την ελέγχει
μια άποψη πως είμαι άσχημος πολύ
άτιμος, αχ και τα κορίτσια τα πικραίνω.

Να πάμε σε ένα υπόγειο να πιω
να καθαρίσει το μυαλό μου
κι όπως αντίκρυ μου θα σ’ έχω να σου πω
πως είσαι ότι πιο όμορφο θυμάμαι
πως έχεις μια πανάκριβη ομορφιά
και πως μαζί σου μόνο θέλω να κοιμάμαι.
ΠΕΡΝΑΝΕ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Περνάνε τα χρόνια
και συ λίγο λίγο παχαίνεις
περνάει κι ο καιρός
άλλοι πίσω πάνε κι άλλοι μπρος.

Περνάω κι εγώ
πότε πότε από το μυαλό σου
μα είμαι τόσο συγκινημένος πια
που δε λέω κουβέντα.

Πάντοτε με θεωρούσες
άξιο συζητητή σου
μα ποτέ σου δε μ’ αγάπησες
μια στιγμούλα έστω στη ζωή σου.

Ανοίγεις λοιπόν
για να δεις τηλεόραση
γιατί όλο και κάποιο
καλό πρόγραμμα θα έχει.

Τρελαίνομαι κι εγώ σιγά σιγά
μια και γρήγορα δε γίνεται
αφού έχω οργανισμό
που δεν ξέρω γιατί, όμως αμύνεται.

Ένας σκύλος γυρεύει
την αγάπη του και την τροφή του
σ’ έναν κόσμο γεμάτο σκατά
και σ’ έναν κήπο γεμάτο λουλούδια.

Πριν χαθεί μες το κρύο βράδυ
θα γυρίσει να σε κοιτάξει
για ένα κόκαλο, για ένα χάδι
μήπως και κάτι έχει αλλάξει.
ΟΙ ΤΕΚΙΛΕΣ

Όταν πίνω τις τεκίλες
και μαζί σου ξενυχτώ
θέλω να σου πω καλή μου
πως πολύ σε αγαπώ.

Μα θολώνει το μυαλό μου
και με παίρνεις στο ψιλό
γιατί άλλοι αγαπούνε
κι άλλοι παίζουνε μ’ αυτό.

Κι όταν προχωρήσει η νύχτα
κι ότι είχα τα έχω πιει
συ μου λες την καληνύχτα
κι έξω βγαίνεις για ταξί.

Και δε θέλεις να σε πάω
ούτε ως το σπίτι σου
θες να πάρετε ταξάκι
μαζί με τη φίλη σου.
Φίλοι, γονείς και άλλοι λοιποί συγγενείς εξ αίματος κι εξ αγχιστείας και ξένοι εσυνωστίζοντο κι αλληλοσπαράσσοντο διότι ήσαν κανίβαλοι και έτρωγε ο ένας τον άλλον, ωμό.